![]() |
Ὦ θυγάτηρ τοῦ Κρόνου καὶ τῆς Ῥέας,Θεαῖνα προστάτις τοῦ οἰκητηρίου τῶν ἀνθρώπων ἐπὶ τῆς Γαίας! Ἡ συμβαλοῦσα εἰς τὴν ἐξόντωσιν τῶν γιγάντων, τῶν θηρίων τῶν ἐπανισταμένων ἐνάντια τῆς ἀρετῆς, καὶ δύο χάριτας αἰτησαμένη παρὰ τοῦ Κεραυνοχέρος Διός: τὴν αἰώνιον παρθενίαν καὶ τὸ ἀπ’ ἐσέθεν ἀρχόμενον τῶν θυσιῶν, ἵνα οἱ θνητοὶ ἔχωσι στέρεον οἰκοδόμημα ἀρετῆς. «Ἀφ’ Ἑστίας ἄρχεσθαι καὶ Ἐστιώ» Σὺ, ἡ ἐπινοήσασα τὸν οἶκον, Σὺ, ὦ ὀμφαλὲς τῶν χιτώνων Σὺ, θερμότης τῆς ζωῆς Σὺ, ἡ λατρευομένη Σὺ, ἡ φοροῦσα λευκὰ στέμματα Ἀΐδιος, Ἔλα καὶ καθάρισον |
Σημειώσεις:
Αναφέρωνται δύο Θεές με το όνομα
τούτο. Μια μητέρα του Κρόνου που
αλληγορείται στην γη και μια θυγάτηρ
του Κρόνου και της Ρέας που
αλληγορείται στο πυρ.
Έπειτα την λαμβάνουν ως μίας ως επί
το πλείστον.
Συνέβαλε στην εξόντωση των
γιγάντων.
Εζήτησε από τον Δία αιώνια παρθενία
και οι θυσίες να άρχονται εις αυτήν και
έπειτα εις τους άλλους Θεούς.
Έτσι βγήκε και η παροιμία “αφ’ Εστίας
άρχεσθαι” ή “Εστιώ” οίον εκ των
μεγαλητέρων πραγμάτων άρχεσθαι.
Λέγεται ότι αυτή επινόησε πρώτον την
οικοδομήν και χρήση του οίκου και δια
αυτού ονομάστηκε απ’ αυτής Εστία η
οικία και έτσι είναι έφορος και
προστάτης της οικίας. Έτσι άναπταν
στη μέση του οίκου το τζάκι ή το πυρ
όθεν έλεγον την Εστία ομφαλό του
οίκου η οποία αποτελεί και άσυλον.
Έφορος και προστάτιδα και έφορος
του οίκου και των συμποσίων και των
βωμών και του πυρός.
Έσπενδον οίνον πρώτα σε αυτήν,
έπειτα έπιναν
Πρώτη αλληγορία είναι εις το
στοιχειακό πυρ που διατηρεί την
θερμότητα, την ζωή, και την κίνηση
των πάντων των σωμάτων, και το φως
του κόσμου.
Ο ναός της είναι καμαρωτός ως το
σχήμα του ουρανού. Εσωτερικά του
ναού δεν είχε αγάλματα αλλά μόνο μια
λαμπάδα άσβεστη στην μέση του ναού,
σύμβολο του ασβέστου φωτός του
ηλίου, εν τω μέσω του παντός
λάμποντος.
Λατρεύεται αυτή με τοσαύτην
σωφροσύνη και καθαρότητα.
Αλληγορείται και ως την γην γιατί
επειδή εις αυτήν αναλύονται τα εξ
αυτής γενόμενα ώστε η φθίσις αυτής
γίνεται ιδία τροφή.
Έχει και λευκά στέμματα, επειδή η γη
περικυκλούται υπό του φωτός, του
λαμπροτάτου στοιχείου.
Επίθετα
Βασίλεια, Αϊδία, Μάκαιρα,
Μειδιώουσα, Ποθεινοτάτη,
Πολύμορφε, Χλοόμορφε.


Ὦ θυγάτηρ τοῦ Κρόνου καὶ τῆς Ῥέας,