![]() |
Σὲ, θυγάτηρ τοῦ Ὑπερίονος καὶ ἀδελφὴτοῦ Ἡλίου, ὑμνήσω, σὲ, τὴν ἔχουσαν λαμπρὰν δόξαν, Αἰγλήεσσα Σελήνη! Ὦ Θεὰ, ἡ ἄγρυπνος, ἡ ἱσταμένη ἀνάμεσα εἰς τὰ ἄστρα, ὅριον τοῦ πεδίου τῶν ψυχῶν, Ἀκοίμητος, ἡ ἐποπτεύουσα τὸ πνευματικὸν ταξίδιον τῶν ὄντων. Ἡ μετὰ τοῦ φωτός σου Σὺ, ἡ ὡραία ὡς ἄστρον, Ἡ λουομένη ἐν τῷ Ὠκεανῷ, Ἡ περιπατοῦσα ἐν τῷ ἀέρι, Πρωτοφαής, ἡ νέα λάμπουσα Σὲ καλῶ, |
Σημειώσεις:
Είναι θυγάτηρ του Υπεριόνος και του Ηλίου, επειδή είναι κατώτερη αυτών δεχόμενη το φως παρά του Ηλίου.
Έτι δε και αδελφή του Ηλίου επειδή εγεννήθει συγχρόνως. Έχει άρμα που ελαύνει γύρω από την Γαία δηλώνοντας την κίνηση
αυτής. Έχει δύο υποζύγια σε σχέση με τον αδερφό της Ήλιο που έχει έξι. Ίσως δηλώνοντας τις δύο μεταβολές της δηλαδή το
γέμισμα και το άδειασμα με φως. Ελούεται εις τον Ωκεανό, ενεδύεται καθ’ εκάστην και λαμπρότερο φόρεμα, επειδή αυξάνουσα
μέχρι της πανσελήνου ανατέλλει κα’ εκάστην λαμπροτέρα.
Επίθετα:
Αιγλήεσσα: έχουσα λαμπρή δόξα
Ακοίμητος: αυτή που επαγρυπνεί
Αρτίτοκος: που γέννησε πρόσφατα
Αυξιφαής: που αυξάνει σε φως
Αμερσίνοος: που ξεμυαλίζει, που τρελένει
Άνασσα: βασίλισσα
Αστερωπός: όμορφη σαν αστέρι
Αυξομένη: που αυξάνει
Άρσην: που ταιριάζει σε άντρα
Αυγείτηρα:
Αστράρχη: άρχων των άστρων
Βωόπις: με μάτια μεγάλα σαν του βοδιού
Δροσόεσσα: ντυμένη με δροσιά
Δαδούχος: που κρατά δάδα
Ελικώπις: αυτή που έχει ζωηρά και έξυπνα μάτια
Ευπλόκαμος: με ωραίες μπούκλες
Ευώπις: έχουσα ωραία μάτια
Εύκυκλος: με ωραία κυκλική μορφή
Ευτρόχαλος: με ωραία κυκλική κίνηση
Ελικόδρομος: που τρέχει ελικοειδώς
Ευκέραυνος: με καλή καρδιά ως αστραπή
Εννυχία: που ζει στο σκοτάδι
Ημίτομος: κομμένη στη μέση
Ηλεκτρίς:
Θήλυς: καρποφόρος, θηλυκός
Ηεροφοίτης: περιπατών μέσα στον αέρα
Θεόσσυτος: ουράνιος
Κύδιμος: ένδοξη, περιβόητη
Καταυγαστειρα: καταφωτιζουσα
Λευκοπάρηος: έχουσα λευκά μάγουλα (παρειές)
Μινύθουσα: μικραίνουσα
Νυκτιφανής: φαινόμενος την νύχτα
Νυχτιχόρευτος: που χορεύει την νύχτα
Νυχεία: που ξαγρυπνά
Ουρεσιφοίτις: που περπατά στα βουνά (το φεγγάρι περπατά στις κορυφές των βουνών ή είναι ως φως οδηγός για τους αναβάτες
του πνευματικού όρους)
Πλησιφαής: ολόφωτη
Ποθόβλητος: ερωτοχτυπημένη
Πρωτοφαής: φέγγων νέα φορά (νέα σελήνη)
Πλήθουσα: πανσέληνος, γεμάτο φεγγάρι
Πότνια: σεβαστή, σεμνή, δέσποινα
Πολυειδής: κάθε είδους μορφής, ποικίλος
Παλίζωος: ξαναγενημένος, αναστημένος, αναγεννημένος
Πανδερκής: που βλέπει τα πάντα
Πάνσοφος: πολύ σοφή
Τριφυής: που έχει τριπλή μορφή
Τανυσίπτερος: που πετάει γρήγορα με μεγάλες φτερούγες
Τανύπεπλος: που φορά μακρύ πέπλο, μακρύ φόρεμα.
Φαεινή: σελασφόρος
Φερέζωος: ζωοδότης
Φιλάγρυπνος: φίλη της αγρυπνίας
Χαροπή: έχουσα ζωηρό βλέμμα, που έχει σπινθιροβόλα μάτια, που κοιτάζει άφοβα
Χρυσήνιος: που έχει χρυσά ηνία στην άμαξα της


Σὲ, θυγάτηρ τοῦ Ὑπερίονος καὶ ἀδελφὴ